Iliade Chant XVIII, vers 94-126

Après ma vengeance, je sais que je vais mourir

 

95

 

 

 

 

100

 

 

 

 

105

 

 

 

 

110

 

 

 

 

115

 

 

 

 

120

 

 

 

 

125

Τὸν δ ΄ αὖτε προσέειπε Θέτις, κατὰ δάκρυ χέουσα·

΄ ΄ Ὠκύμορος δή μοι, τέκος, ἔσσεαι, οἷ ΄ ἀγορεύεις ·

αὐτίκα γάρ τοι ἔπειτα μεθ ΄ Ἕκτορα πότμος ἑτοῖμος. ΄ ΄

Τὴν δὲ μέγ ΄ ὀχθήσας προσέφη πόδας ὠκὺς Ἀχιλλεύς.

΄ ΄ Αὐτίκα τεθναίην, ἐπεὶ οὐκ ἄρ ΄ ἔμελλον ἑταίρῳ

κτεινομένῳ ἐπαμῦναι · ὁ μὲν μάλα τηλόθι πάτρης

ἔφθιτ ΄ , ἐμεῖο δὲ δῆσεν ἀρῆς ἀλκτῆρα γενέσθαι .

Νῦν δ ΄ , ἐπεὶ οὐ νέομαι γε φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,

οὐδέ τι Πατρόκλῳ γενόμην φάος, οὐδ ΄ ἑτάροισιν

τοῖς ἄλλοις, οἳ δὴ πολέες δάμεν Ἕκτορι δίῳ·

ἀλλ ΄ ἦμαι παρὰ νηυσίν, ἐτώσιον ἄχθος ἀρούρης,

τοῖος ἐὼν οἷος οὔτις Ἀχαιῶν χαλκοχιτώνων

ἐν πολέμῳ · ἀγορῇ δέ τ ΄ ἀμείνονές εἰσι καὶ ἄλλοι.

Ὡς ἔρις ἔκ τε θεῶν ἔκ τ ΄ ἀνθρώπων ἀπόλοιτο,

καὶ χόλος, ὅς τ ΄ ἐφέηκε πολλύφρονά περ χαλεπῆναι·

ὅς τε πλολὺ γλυκίων μέλιτος καταλειβομένοιο

ἀνδρῶν ἐν στήθεσσιν ἀέξεται ἠΰτε καπνός ·

ὡς ἐμὲ νῦν ἐχόλωσεν ἄναξ ἀνδρῶν Ἀγαμέμνων.

Ἀλλὰ τὰ μὲν προτετύχθαι ἐάσομεν, ἀχνύμενοί περ,

θυμὸν ἐνὶ στήθεσσι φίλον δαμάσαντες ἀνάγκῃ.

Νῦν δ ΄ εἶμ ΄ , ὄφρα φίλης κεφαλῆς ὀλετῆρα κιχείω,

Ἕκτορα · κῆρα δ ΄ ἐγὼ τότε δέξομαι, ὁππότε κεν δή

Ζεὺς ἐθέλῃ τελέσαι ἠδ ΄ ἀθάνατοι θεοὶ ἄλλοι.

Οὐδὲ γὰρ οὐδὲ βίη Ἡρακλῆος φύγε Κῆρα,

ὅσπερ φίλτατος ἔσκε Διὶ Κρονιώνι ἄνακτι·

ἀλλά ἑ Μοῖρ ΄ ἐδάμασσε καὶ ἀργαλέος χόλος Ἥρης.

Ὣς καὶ ἐγών, εἰ δή μοι ὁμοίη μοῖρα τέτυκται

κείσομ ΄ ἐπεὶ κε θάνω · νῦν δὲ κλέος ἐσθλὸν ἀροίμην,

καί τινα Τρωϊάδων καὶ Δαρδανίδων βαθυκόλπων,

ἀμφοτέρῃσιν χερσὶ παρειάων ἁπαλάων

δακρυ ΄ ὀμορξαμένην, ἀδινὸν στοναχῆσαι ἐφείην,

γνοῖεν δ ΄ ὡς δὴ δηρὸν ἐγὼ πολέμοιο πέπαυμαι.

Μηδέ μ ΄ ἔρυκε μάχης, φιλέουσά περ · οὐδέ με πείσεις. ΄ ΄

 

 

Vocabulaire dans l'ordre du texte:

95 ὠκύ-μορος,ος,ον : qui meurt rapidement

μετ + Α : aprθs

ἕτοιμος,ος,ον : prκt à

ὀχθέω : κtre affligé, être indigné

ἐπ-αμύνω : dιfendre, secourir (+dat)

κτείνω ( κτενῶ, ἔκτεινα 1, ἔκτανον 2, ἔκτονα) : tuer

τηλόθι : au loin; + gιn : loin de

πάτρα,ας (ἡ) : la patrie, la famille

100 φθίνομαι ( ἐφθίμην 2) : pιrir

δέω : avoir besoin de

ἀλκτήρ, ῆρος + Γ : qui défend contre

ἀρή, ῆς (ἡ) : le malheur

ἐπεί : puisque; quand

νέομαι : s'en aller

φῶς, φωτός (τό) : la lumiθre, le salut

δάμνημι = δαμάζω : dompter, tuer (δάμεν : 3ème pers pl aor passif)

ἦμαι : κtre assis, rester immobile

ἐτώσιος,ος,ον : vain

ἄχθος,ους (τό) : le chagrin, le fardeau

ἄρουρα,ας (ἡ) : la terre (labourιe)

105 τοῖος...οἷος... : tel que… tel

χαλκο-χίτων,ωνος : ΰ la cuirasse d'airain

ἀγορά, ᾶς (ἡ) : l'assemblιe (le conseil des chefs)

ἀμείνων,ων,ον : meilleur (comparatif de ἀγαθός,ή,όν)

ὡς = εἰ γάρ : ΰ si seulement… + optatif

ἔρις,ιδος (ἡ) : la querelle, la rivalitι; la discorde

ἀπ-ολλυμαι (ἀπ-ολόμην 2) : pιrir, être perdu

χόλος,ου (ὁ) : la colθre

ἐφ-ίημι (aoriste ἐφέηκα ΰ valeur généralisante : présent en français ): exciter (+inf : à…)

πολύ-φρων,ονος : fort avisé, ruésé, habile

χαλεπαίνω (ἐχαλέπηνα 2) : s'emporter

γλυκύς, εῖα,ύ : doux

κατα-λείβω : verser goutte ΰ goutte

μέλι,ιτος (τό) : le miel

110 στῆθος,ους (τό) : la poitrine, le cœur

ἀέξω = αὔξω = αὐξάνω : augmenter (M croξtre)

ἠΰτε : comme

καπνός,ου (ὁ) : la fumιe

ὡς : ainsi, de cette faηon

ἐάω : (ἐάσομεν : ) laisser, permettre

προ-τεύχω : faire auparavant

ἄχνυμαι : κtre affligé

ὄφρα : afin que, jusqu'ΰ ce que, tant que

ὀλετήρ, ῆρος (ὁ) : le meurtrier

κιχείω = κιχάνω : atteindre

115 κήρ, κηρός (ἡ) : le destin, la mort

δέχομαι : recevoir

τελέω : accomplir

ἠδέ = καί

βίη Ἡρακλῆος : la force d'Hιraclès = le puissant Héraclès

φεύγω (ἔφυγον 2) : fuir; κtre exilé; échapper à.

ἔσκε = ἦν (εἰμί)

Μοῖρα,ας (ἡ) : la Moire, la Mort

ἀργαλέος,α,ον : affreux

120 ὣς καί : de la mκme façon, aussi

ἐγώ(ν) : moi

τεύχω : faire (M τεύχομαι : se produire, avoir lieu ; pft MP τέτυγμαι )

κεῖμαι : κtre couché, être

κλέος (τό) : la gloire

ἐσθλός,ή,όν : bon, noble

αἴρομαι (άροῦμαι 2) : prendre, remporter (ἀροίμην : optatif de souhait)

βαθυ-κόλπος,ος,ον : dont la robe a des plis profonds

ἀμφοτέροι,αι,α : les deux

παρειά,ᾶς (ἡ) : la joue

ἁπαλός,ή,όν : tendre, dιlicat

ὀμόργνυμι : essuyer (ὀμορξαμένην s'accorde avec τινα, v 122)

ἀδινόν : fortement, fermement

στοναχέω : gιmir

125 δηρόν : longtemps

ἐρύκω : ιcarter de (ἔρυκε : impιratif! )

 

Vocabulaire à apprendre :

Fréquence 1 :

ἀμείνων,ων,ον : meilleur (comparatif de ἀγαθός,ή,όν)

ἀμφοτέροι,αι,α : les deux

ἀπ-ολλυμαι (ἀπ-ολόμην 2) : pιrir, être perdu

δέχομαι : recevoir

ἐάω : (ἐάσομεν : ) laisser, permettre

ἐγώ(ν) : moi

ἐπεί : puisque; quand

κεῖμαι : κtre couché, être

κτείνω ( κτενῶ, ἔκτεινα 1, ἔκτανον 2, ἔκτονα) : tuer

μετ + Α : aprθs

φεύγω (ἔφυγον 2) : fuir; κtre exilé; échapper à.

ὡς : ainsi, de cette faηon

ὣς καί : de la mκme façon, aussi

 

Fréquence 2 :

ἀγορά, ᾶς (ἡ) : l'assemblιe (le conseil des chefs)

αἴρομαι (άροῦμαι 2) : prendre, remporter (ἀροίμην : optatif de souhait)

δέω : avoir besoin de

ἐσθλός,ή,όν : bon, noble

ἕτοιμος,ος,ον : prκt à

φῶς, φωτός (τό) : la lumiθre

 

Fréquence 3 :

ἔρις,ιδος (ἡ) : la querelle, la rivalitι; la discorde

Μοῖρα,ας (ἡ) : la Moire, la Mort

πάτρα,ας (ἡ) : la patrie, la famille

 

Fréquence 4 :

ἀρή, ῆς (ἡ) : le malheur

αὐξάνω : augmenter (M croξtre)

ἐφ-ίημι (aoriste ἐφέηκα ΰ valeur généralisante : présent en français ): exciter (+inf : à…)

τελέω : accomplir

φθίνομαι ( ἐφθίμην 2) : pιrir