Iliade, XXII, 437-485

Hector est mort!

Achille vient de tuer Hector. Priam et Hécube expriment leur douleur; pendant ce temps, Andromaque se prépare à recevoir Hector.

437

 

 

440

 

 

 

 

445

 

 

 

 

450

 

 

 

 

455

 

 

 

 

460

 

 

 

 

465

 

 

 

 

470

 

 

 

 

475

 

 

 

 

480

 

 

 

 

485

Ὧς ἔφατο κλαίουσ ΄ . Ἄλοχος, δ΄ οὔ πώ πέπυστο

Ἕκτορος· οὐ γάρ οἵ τις ἐτήτυμος ἄγγελος ἐλθὼν

ἤγγειλ΄ , ὅττι ῥά οἱ πόσις ἔκτοθι μίμνε πυλάων,

ἀλλ ΄ ἥ γ ΄ ἱστὸν ὕφαινε μυχῷ δόμου ὑψηλοῖο,

δίπλακα πορφυρέην, ἐν δὲ θρόνα ποικίλ ΄ ἔπασσε.

Κέκλετο δ ΄ ἀμφιπόλοισιν ἐϋπλοκάμοις κατὰ δῶμα

ἀμφὶ πυρὶ στῆσαι τρίποδα μέγαν, ὄφρα πέλοιτο

Ἕκτορι θερμὰ λοετρὰ μάχης ἐκνοστήσαντι,

νηπίη, οὐδ ΄ ἐνόησεν, ὅ μιν μάλα τῆλε λοετρῶν

χερσὶν Ἀχιλλῆος δάμασε γλαυκῶπις Ἀθήνη.

Κωκυτοῦ δ ΄ ἤκουσε καὶ οἰμωγῆς ἀπὸ πύργου·

τῆς δ ΄ ἐλελίχθη γυῖα, χαμαὶ δέ οἱ ἔκπεσε κεκρίς.

Ἡ δ ΄ αὖτις δμωῇσιν ἐϋπλοκάμοισι μετηύδα·

Δεῦτε, δύω μοι ἕπεσθον· ἴδωμ ΄ ὅτιν ΄ ἔργα τέτυκται.

Αἰδοίης ἑκυρῆς ὀπὸς ἔκλυον, ἐν δέ μοι αὐτῇ

στήθεσι πάλλεται ἦτορ ἀνὰ στόμα, νέρθε δὲ γοῦνα

πήγνυται· ἐγγυς δή τι κακὸν Πριάμοιο τέκεσσιν.

αἲ γὰρ ἀπ ΄ οὔατος εἴη ἐμεῦ ἔπος · ἀλλὰ μάλ ΄ αἰνῶς

δείδω, μὴ δή μοι θρασὺν Ἕκτορα δῖος Ἀχιλλεὺς

μοῦνον ἀποτμήξας πόλιος, πεδίονδε δίηται,

καὶ δή μιν καταπαύσῃ ἀγηνορίης ἀλεγεινῆς,

ἥ μιν ἔχεσκ ΄, ἐπεὶ οὔ ποτ ΄ ἐνὶ πληθύϊ μένεν ανδρῶν,

ἀλλὰ πολὺ προθέεσκε, τὸ ὃν μένος οὐδενὶ εἴκων.

ς φαμένη μεγάροιο διέσσυτο μαινάδι ἴση,

παλλομένη κραδίην · ἅμα δ ΄ ἀμφίπολοι κίον αὐτῇ.

αὐτὰρ ἐπεὶ πύργον τε καὶ ἀνδρῶν ἷξεν ὅμιλον,

ἔστη παπτήνασ ΄ ἐπὶ τείχεϊ, τὸν δ΄ νόησεν

ἑλκόμενον πρόσθεν πόλιος· ταχέες δέ μιν ἵπποι

ἕλκον ἀκηδέστως κοίλας ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν.

Τὴν δὲ κατ ΄ ὀφθαλμῶν ἐρεβεννὴ νὺξ ἐκάλυψεν,

ἤριπε δ ΄ ἐξοπίσω, ἀπὸ δὲ ψυχὴν ἐκάπυσσε.

Τῆλε δ ΄ ἀπὸ κρατὸς βάλε δέσματα σιγαλόεντα,

ἄμπυκα κεκρύφαλόν τε ἰδὲ πλεκτὴν ἀναδέσμην

κρήδεμνόν θ ΄ , ὅ ῥά οἱ δῶκε χρυσῆ Ἀφροδίτη

ἤματι τῷ, ὅτε μιν κορυθαίολος ἠγάγεθ ΄ Ἕκτωρ

ἐκ δόμου Ἠετίωνος, ἐπεὶ πόρε μυρία ἕδνα.

Ἀμφὶ δέ μιν γαλόῳ τε καὶ εἰνατέρες ἅλις ἔσταν,

αἵ ἑ μετὰ σφίσιν εἶχον ἀτυζομένην ἀπολέσθαι.

Ἡ δ ΄ ἐπεὶ οὖν ἔμπνυτο καὶ ἐς φρένα θυμὸς ἀγέρθη,

ἀμβλήδην γοόωσα μετὰ Τρῳῇσιν ἔειπεν ·

Ἕκτωρ, ἐγὼ δύστηνος· ἰῇ ἄρα γεινόμεθ ΄ αἴσῃ

ἀμφότεροι, σὺ μὲν ἐν Τροίῃ Πριάμου κατὰ δῶμα,

αὐτὰρ ἐγὼ Θήβῃσιν ὑπὸ Πλάκῳ ὑληέσσῃ

ἐν δόμῳ Ἠετίωνος, ὅ μ ΄ ἔτρεφε τυτθὸν ἐοῦσαν,

δύσμορος αἰνόμορον· ὡς μὴ ὤφελλε τεκέσθαι.

Νῦν δὲ σὺ μὲν Ἀΐδαο δόμους ὑπὸ κεύθεσι γαίης

ἔρχεαι, αὐτὰρ ἐμὲ στυγερῷ ἐνὶ πένθεϊ λείπεις

χήρην ἐν μεγάροισι· πάϊς δ ΄ ἔτι νήπιος αὔτως,

ὃν τέκομεν σύ τ ΄ ἐγώ τε δυσάμμοροι· ...

 

 

Iliade, XXII, 437-485 :Vocabulaire par ordre de fréquence :

Fréquence 1

ἄγγελος, ου (ὁ) : messager

ἀγγέλλω (ἤγγειλα) : annoncer

ἄγω (ἠγάγεθ ΄) : mener, conduire

ἅμα : en même temps

ἀμφότεροι : les uns et les autres

ἀπόλλυμαι (ἀπολέσθαι): périr

δείδω : craindre

δίδωμι (δῶκε): donner

δόμος,ου: maison, maisonnée

δῶμα, ατος (τό): demeure, chambre

ἐπεὶ : après que, quand , puisque

ἔργον,ου : travail, action

ἔρχομαι (ἐλθὼν): aller

ἴσος,η,ον : semblable

ἵστημι (στῆσαι ) : placer, se placer

λείπω : laisser

μάλα : tout à fait, très

μέγας, μεγάλη,μέγα : grand

ναῦς (νῆας) (ἡ) : navire

νοέω : se rendre compte

ὀράω (εἶδον) : voir

ὅτε :quand

ὅττι : que, parce que

ὁφείλω : devoir (regret)

πυνθάνομαι (πέπυστο) :

τίκτω (ἔτεκον) : engendrer

φημι (ἔφατο) : dire

χεῖρ (χερσὶν) : main, bras

 

Fréquence 2

βάλλω (βάλε) : jeter, lancer

δύστηνος,ος,ον: malheureux

δύω = δύο deux

ἐγγύς : auprès, environ

ἵππος,ου : le cheval

κλύω : entendre

μάχη, ης (ἡ) : le combat

μυρίος,α,ον : innombrable

νύξ , νυκτός (ἡ) : la nuit

πόσις,ιος : époux,épouse

πύλη,ης (ἡ) : la porte

πῦρ , πυρός : le feu

στόμα, ατος : la bouche

τείχος,ους (τό) : rempart

τρέφω : nourrir, élever

φρῆν, φρενός : cœur, esprit

 

Fréquence 3

ἄλοχος, ου (ἡ) : l'épouse

γόνυ,ατος (γοῦνα) : genou

ἐκπίπτω (ἔκπεσε) : tomber

ἕπομαι (ἕπεσθον) : suivre

ἔπος , ους : parole

θρασύς,εῖα,ύ : hardi, audacieux

κλαίω : pleurer, déplorer

κράς,κρατός : tête

ταχύς εῖα,ύ : rapide

χρυσέος-ος,ῆ,οῦν : d'or

Fréquence 4

ἅλις : en foule

ἕλκω : tirer, entraîner

θυμός,οῦ : le cœur

πένθος,ους (τό) : deuil, malheur

πύργος,ου : la tour, le rempart

 

Iliade, XXII, 437-485

Aides de vocabulaire (mots qui ne figurent pas dans les 1600 mots les plus fréquents du grec classique)

 

ἀγείρω (ἀγέρθη) : assembler

ἀγηνορία,ας (ἡ): bravoure, fierté

αἰνόμορος,ος,ον : au destin terrible

αἰνῶς: terriblement

αἴσα,ης (ἡ): lot, destinée, loi

ἀκηδέστως : sans soin

ἀλεγεινός,ή,όν : douloureux

ἀμβλήδην : par intervalles

ἄμπυξ, υκος (ἡ) : bandeau, diadème

ἀμφιπόλος, ου : servante

ἀναδέσμη,ης : bandeau, ruban

ἀποτμήγω : couper, isoler

ἀτύζομαι : être effrayé, redouter

αὐτὰρ : et, d'autre part , mais

αὖτις : de nouveau, ensuite

αὔτως: ainsi, vainement

γαλόως,ω (ἡ) : belle-soeur

γείνομαι : engendrer

γλαυκῶπις : aux yeux brillants

γοάω, γοόω : gémir

γυῖον,ου (τό) : membre

δαμάζω : dompter

δέσμα,ατος (τό) : lien

δεῦτε: allons! Voyons!

διασσεύομαι (διέσσυτο): s'élancer à travers, franchir d'un bond

δίεμαι (δίηται) : s'enfuir à travers

δίπλαξ,ακος : double

δμωή,ῆς (ἡ) : servante

δυσάμμορος,ος,ον: profondément malheureux

δύσμορος ,ος,ον : malheureux

ἕδνα, ων (τά) : les présents de noce

εἴκω +Δ : cèder à

εἰνατέρες , ων (αἱ) : les belles soeurs

ἐκνοστέω : revenir

ἔκτοθι : dehors

ἑκυρά,ᾶς (ή,ῆς): belle mère

ἐμπνέω (ἔμπνυτο ) : reprendre souffle, haleine

ἐξοπίσω: en arrière

ἐρεβεννός,ή,όν: ténébreux

ἐρείπω (ἤριπε): renverser, ruiner

ἐτήτυμος ,ος,ον : réel, véridique

ἐϋπλόκαμος ,ος,ον: aux belles boucles

ἦμαρ, ἤματος (τό) : le jour

ἦτορ (τό) : le coeur

θερμός,ή,όν : chaud

θρόνα, ων (τά) : les fleurs

ἵκω (ἷξεν): venir, arriver

ἴος,α,ον: un seul

ἱστός,οῦ : mât, métier à tisser, toile

καλύπτω (ἐκάλυψεν): couvrir, cacher

καπύω : exhaler

καταπαύω :faire cesser (M cesser)

κεκρύφαλος,ου (ὁ) :la résille

κέλομαι (κέκλετο): ordonner

κερκίς, ίδος : la navette

κεύθος,ους (τό) : profondeurs, souterrain

κίω : aller

κοῖλος,η,ον : creux

κορυθαίολος,ος,ον : qui agite son casque

κραδίη,ης = καρδία,ας : coeur

κρήδεμνον, ου : le voile

κωκυτός,οῦ : gémissement

λοετρόν, οῦ : le bain

μαινάς,άδος : en délire

μεγάρον,ου (τό): grande salle, palais

μένος,οῦς : force, courage, fureur

μεταυδάω (μετηύδα) : parler au milieu de

μίμνω =μένω : rester, attendre

μοῦνος = μόνος,η,ον : seul

μυχός,οῦ : fond, chambre reculée

νέρθε (ν) : en dessous

νηπίος,η,ον : tout petit, fou

οἰμωγή, ῆς (ἡ) : lamentation

ὅμιλος,ου :foule, tumulte

οὖας,οὔατος (τό) :oreille

ὀφθαλμός,οῦ (ὁ) : œil

ὄφρα : afin que, jusqu'à ce que

ὄψ,ὀπὸς (ἡ) : voix, parole

πάϊς = παῖς, παιδός : enfant

πάλλομαι : bondir, palpiter

παπταίνω :regarder partout

πάσσω : répandre

πεδίονδε : vers la plaine

πέλομαι : être

πήγνυμαι : être figé, raidi

πλεκτή,ῆς : tresse, filet

πληθύς,ύος = πλῆθος,ους

ποικίλος,α,ον : brodé

πόλιος= πολέως

πορφυρέος,α,ον : pourpre

πόρω : donner, procurer

προθέω : courir en avant

πρόσθεν : devant, en avant

s'informer, apprendre

ῥα donc, certes

σιγαλόεις,εσσα,εν : splendide

στήθος,ους: la poitrine

στυγερός,ά,όν : odieux, misérable

τέκος,ους : enfant

τεύχομαι (τέτυκται) : être fabriqué, fait; être

τῆλε :au loin

τρίπους, ποδος : le trépied

τυτθός,ή,όν : tout petit

ὑλήεις,εσσα,εν : boisé

ὑφαίνω : tisser

ὑψηλός,ή,όν : élevé, altier

χαμαί : par terre

χήρη,ης (ἡ) : veuve