Odyssée, VI, 85-98
Travail, baignade et pique-nique
|
85
90
95
98 |
Αἱ δ ΄ ὅτε δὴ ποταμοῖο ῥόον περικαλλέ ΄ ἵκοντο, ἔνθ ΄ ἤτοι πλυνοὶ ἦσαν ἐπηετανοί, πολὺ δ ΄ ὕδωρ καλὸν ὑπεκπρόρεε(ν) μάλα περ ῥυπόωντα καθῆραι, ἔ νθ ΄ αἵ γ ΄ ἡμιόνους μὲν ὑπεκπροέλυσαν ἀπήνης·καὶ τὰς μὲν σεῦαν ποταμὸν πάρα δινήεντα τρώγειν ἄγρωστιν μελιηδέα· ταὶ δ ΄ ἀπ ΄ ἀπήνης εἵματα χερσὶν ἕλοντο καὶ ἐσφόρεον μέλαν ὕδωρ, στεῖβον δ ΄ ἐν βόθροισι θοῶς ἔριδα προφέρουσαι. Αὐτὰρ ἐπεὶ πλῦνάν τε κάθηράν τε ῥύπα πάντα, ἑξείης πέτασαν παρὰ θῖν ΄ ἁλός, ἧχι μάλιστα λάϊγγας ποτὶ χέρσον ἀποπλύνεσκε θάλασσα. Αἱ δὲ λοεσσάμεναι καὶ χρισάμεναι λίπ ΄ ἐλαίῳ δεῖπνον ἔπειθ ΄ εἵλοντο παρ ΄ ὄχθῃσιν ποταμοῖο, εἵματα δ ΄ ἠελίοιο μένον τερσήμεναι αὐγῇ. |
VI,85-98 Vocabulaire par ordre de fréquence :
Fréquence 1
αἱρέω,ῶ(εἷλον, ᾕρηκα) : prendre, saisir
ὅτε : quand
μένω (ἔμεινα) : rester
χείρ, χειρός (ἡ) (χερσί) : la main, le bras
Fréquence 2
ἔνθα : lΰ
oùἐσ-φόρεον -> εἰσ-φορέω -> εἰσ-φέρω : porter dans
ὕδωρ,ατος (τό) : l'eau
Fréquence 3
ἔρις, ιδος (ἡ) : la querelle, la rivalitι
Fréquence 4
ἱκνέομαι (ἵξομαι, ἱκόμην, ἷγμαι) : venir, arriver, aller
μέλας,αινα,αν : noir, sombre
Ne pas apprendre
ἄγρῶστις,ιδος (ἡ) : le chiendent
ἅλς, ἁλός (ἡ) : la mer
αὐγή, ῆς (ἡ) : la lumiθ
re, le rayonαὐτάρ : donc, mais, ensuite
βόθρος,ου (ὁ) : le trou, le bassin
δεῖπνον,ου (τό) : l
e repasδινήεις, εσσα, εν : tourbillonnant
ἔλαιον, ου (τό) : l'huile
ἐξείης = ἐξῆς : juste aprθ
sἐπηετανός, ός, όν : qui dure toujours, intarissable
ἤτοι : assurι
mentἧχι : ΰ
l'endroit oùθίς, θινός (ἡ) : le sable, la dune, la grθ
ve, la plageθοῶς : rapi
dementκαθαίρω : purifier, nettoyer, laver
λάϊγξ, λάϊγγος (ἡ) : la petite pierre, le galet
λιπά : en graissant (adv)
λοέω -> λούω : baigner
μελι-ηδής,ής, ές : : doux comme le miel
ὄχθη,ης (ἡ) : la rive, l'escarpement
περι-καλλής,ής,ές : trθ
s beau, splendideπετάννυμι (πετάσω) : dι
ployer, étendreπλυνός,οῦ : le lavoir
πλύνω : laver
ποτί = πρός
προ-φέρω : apporter, produire
ῥόος, ῥόου (ῥοῦς, ῥοῦ) (ὁ) : le courant, le cours
ῥυπόω : κ
tre saleῥύπα, ων (τά) : les saletι
sσεύω (ἔσσευα) : mettre en mouvement
στείβω : fouler aux pieds
τέρσομαι : devenir sec, sι
cherτρώγω : ronger, manger, brouter
ὑπ-εκ-προ-λύω : dι
gager (A) de (G)ὑπ-εκ-προ-ρέω : s'ι
couler par en dessous vers l'avantχέρσος, ου (ἡ) : la terre ferme, le roc
χρίω : frotter, enduire, oindre