Odyssée VI 239-250

Qu'Ulysse est beau !

239

240

 

 

 

 

245

 

 

 

 

250

Κλτε μευ, ἀμφίπολοι λευκώλενοι, ὄφρα τι εἴπω.

Οπντωνέκητι θεῶν, οἳ Ὄλυμπον ἔχουσιν,

Φαικεσσ ΄ ὅδ ΄ νὴρπιμσγεται ἀντιθοισιν ·

πρόσθεν μὲν γὰρ δ μοιεικλιος δατ ΄ εἶναι,

νν δὲ θεοῖσιν οικε, τοὶ οὐρανν ερὺνχουσιν.

Α γρ μο τοιόσδε πόσις κεκλημένος εη,

νθδε ναιετάων, καοἱ ἅδοι αὐτθι μίμνειν.

λλ δτ ΄, ἀμφίπολοι, ξείνβρῶσίν τε πόσιν τε .

ςφαθ ΄, αἱ δ ΄ ἄρα τς μάλα μν κλονδπίθοντο,

πρ δ ΄ ἄρ ΄δυσσῆϊ ἔθεσαν βρῶσν τε πόσιν τε.

τοιπνε καὶ ἦσθε πολτλας δῖος δυσσεύς

ἁρπαλέως · δηρν γὰρ ἐδητύοςεν παστος.

 

Vocabulaire par ordre de fréquence :

Fréquence 1 :

αγρ = εγρ : ah si seulement…! (souhait)

οικε + Δ : il ressemble à

καλω : appeler, nommer

πεθομαι, πείσομαι, ἐπιθόμην, πποιθα : obéir (pft : j'ai confiance)

 

fréquence 2 :

πόσις,ιος (ὁ) : l'ιpoux

πρόσθεν : auparavant

 

fréquence 3 :

πίνω : boire

 

ne pas apprendre :

ἀ-εικέλιος,η,ον : peu convenable

ἀέκητι +Γ : en dιpit de, malgré

ἁνδάνω (ἅδοι): plaire

ἀντίθεος,ος,ον : semblable aux dieux

ἄ-παστος,ος,ον : ΰ jeun

ἁρπαλέως : avidement

ατόθι : ici

βρῶσις,εως (ἡ) : la nourriture

δατο : il semblait, il avait l'air (archaïsme)

δηρόν : longuement

ἑδητύς,ύος (ἡ) : la nourriture

σθω (ἦσθε) : manger

εὐρς,εῖα,ύ : large, vaste

ἐπι-μίσγομαι : se mκler à

ἤτοι : assurιment

κλύω : écouter (+ génitif)

μευ = μο

μίμνω = μένω : rester

ναιετάω : habiter

φρα : afin que, jusqu'à ce que

παρα-τίθημι ( παρθεσαν) : placer auprès, offrir, présenter

πολτλας : qui a beaucoup souffert

πόσις,εως (ἡ) : la boisson (attention au genre, et à la déclinaison!)

τοί = οἵ (relatif)