Odyssée XI 36-50
L'arrivée des âmes
|
36
40
45
50 |
(...) αἱ δ ΄ ἀγέροντο ψυχαὶ ὑπὲξ Ἐρέβευς νεκύων κατατεθνειώτων· νύμφαι τ ΄ ἠΐθεοί τε πολύτλητοί τε γέροντες, παρθενικαί τ ΄ ἀταλαί, νεοπενθέα θυμὸν ἔχουσαι, πολλοὶ δ ΄ οὐτάμενοι χαλκήρεσιν ἐγχείῃσιν, ἄνδρες ἀρηΐφατοι, βεβροτωμένα τεύχε ΄ ἔχοντες· οἳ πολλοὶ περὶ βόθρον ἐφοίτων ἄλλοθεν ἄλλος θεσπεσίῃ ἰαχῇ· ἐμὲ δὲ χλωρὸν δέος ᾕρει . Δὴ τότ ΄ ἔπειθ ΄ ἑτάροισιν ἐποτρύνας ἐκέλευσα μῆλα, τὰ δὴ κατέκειτ ΄ ἐσφαγμένα νηλέϊ χαλκῷ, δείραντας κατακῆαι, ἐπεύξασθαι δὲ θεοῖσιν, ἰφθίμῳ τ ΄ Ἀϊδῃ καὶ ἐπαινῇ Περσεφονείῃ · αὐτὸς δὲ ξίφος ἐρυσσάμενος παρὰ μηροῦ ἥμην, οὐδ ΄ εἴων νεκύων ἀμενηνὰ κάρηνα αἵματος ἆσσον ἴμεν, πρὶν Τειρεσίαο πυθέσθαι . |
Vocabulaire dans l'ordre du texte :
ἀγείρομαι : se
rassemblerκατα-θνῄσκω : mourir
νύμφη,ης (ἡ) : la jeune fille; la nymphe
ἠίθεος,ου
: le jeune garçonπολύ
-τλας,αντος (ης,ηντος) : qui a beaucoup souffertἀταλός,ή,όν
: tendreνεο-πενθής,ής,ές
: depuis peu en deuil40
οὐτάμενος,η,ον : blesséχαλκ
ήρης,ης,ες : garni d'airainἐ
γκείη,ης (ἡ) : la lanceἀρηΐ-φατος,ος,ον
: tué au combatτεῦχος,ους (τό)
: les armesβροτόω
: souiller de sangβόθρος,ου (ὁ) : le trou
φοιτάω,ῶ : frι
quenter, errerἄλλοθεν : d'un autre cτ
téἰαχή,ῆς (ἡ)
: le bruitθεσπέσιος,α,ον
: prodigieuxχλώρος,α,ον : vert
δέος,ους (τό) : la peur
αἱρέω,ῶ : prendre
ἐποτρύνω
: se hâter45
μῆλον,ου (τό) : le moutonκατά-κειμαι
: être couchéσφάττω
: égorgerνη-λεής,ής,ές
: sans pitiéχαλκός,οῦ (ὁ) : l'airain; le couteau, l'ι
pée (métonymie)δέρω
: écorcherκατα-καίω
( κατ-έκηα): brûler complètementἐ
π-εύχομαι : prierἴφθιμος, η, ον
: puissantἐπ-αινός,ή,όν
: terribleξίφος,ους (τό) : le glaive
ἐρύω (εἴρυσα) : tirer
μηρός,οῦ (ὁ) : la cuisse
ἧμαι : rester immobile
ἐάω (impf εἴων) : laisser, permettre
ἀ-μενηνός, ός,όν : sans force
κάρηνον,ου (τό) : la tκ
te50
αἵμα,ατος (τό) : le sangἴμεν = ἰέναι
ἆσσον : plus prθ
sπυνθάνομαι : s'informer auprθ
s de (+G)Vocabulaire fréquentiel :
Apprendre :
Fréquence 1 :
αἱρέω,ῶ : prendre
ἐάω (impf εἴων) : laisser, permettre
πυνθάνομαι : s'informer auprθ
s de (+G)
Fréquence 2 :
αἵμα,ατος (τό) : le sang
κατα-θνῄσκω : mourir
Fréquence 3 :
ξίφος,ους (τό) : le glaive
σφάττω
: égorger
Fréquence 4 :
νύμφη,ης (ἡ) : la jeune femme
; la nympheτεῦχος,ους (τό)
: les armes
Ne pas apprendre :
ἀγείρομαι : se rassembler
ἄλλοθεν : d'un autre cτ
téἀ-μενηνός, ός,όν : sans force
ἀρηΐ-φατος,ος,ον
: tué au combatἆσσον : plus prθ
sἀταλός,ή,όν
: tendreβόθρος,ου (ὁ) : le trou
βροτόω
: souiller de sangδέος,ους (τό) : la peur
δέρω
: écorcherἐ
γκείη,ης (ἡ) : la lanceἐπ-αινός,ή,όν
: terribleἐποτρύνω
: se hâterἐρύω (εἴρυσα) : tirer
ἠίθεος,ου
: le jeune garçonἧμαι : rester immobile
θεσπέσιος,α,ον
: prodigieuxἰαχή,ῆς (ἡ)
: le bruitἴμεν = ἰέναι
ἴφθιμος, η, ον
: puissantκάρηνον,ου (τό) : la tκ
teκατα-καίω
: brûler complètementκατά-κειμαι
: être couchéμῆλον,ου (τό) : le mo
utonμηρός,οῦ (ὁ) : la cuisse
νεο-πενθής,ής,ές
: depuis peu en deuilνη-λεής,ής,ές
: sans pitiéοὐτάμενος,η,ον
: blesséπολύ
-τλας,αντος (ης,ηντος) : qui a beaucoup souffertφοιτάω,ῶ : frι
quenter, errerχαλκ
ήρης,ης,ες : garni d'airainχαλκός,οῦ (ὁ) : l'airain; le couteau, l'ι
pée (métonymie)χλώρος,α,ον : vert