Odyssée XI 421 434

Chienne de Clytemnestre !

421

 

 

 

425

 

 

 

 

430

Οἰκτροτάτην δ ΄ ἤκουσα ὄπα Πριάμοιο θυγατρός,

Κασσάνδρης, τὴν κτεῖνε Κλυταιμνήστρη δολόμητις

ἀμφ ΄ ἐμοί· αὐτὰρ ἐγὼ ποτὶ γαίῃ χεῖρας ἀείρων

βάλλον ἀποθνῄσκων περὶ φασγάνῳ· ἡ δὲ κυνῶπις

νοσφίσατ ΄ , οὐδέ μοι ἔτλη ἰόντι περ εἰς Ἀΐδαο

χερσὶ κατ ΄ ὀφθαλμοὺς ἑλέειν σύν τε στόμ ΄ ἐρεῖσαι.

Ὣς οὐκ αἰνότερον καὶ κύντερον ἄλλο γυναικός

[ἥτις δτοιατα μετὰ φρεσὶ ἔργα βληται] ·

οἷον δὴ καὶ κείνη ἐμήσατο ἔργον ἀεικές ,

κουριδίῳ τεύξασα πόσει φόνον. Ἤτοι ἔφην γε

ἀσπάσιος παίδεσσιν ἰδὲ δμώεσσιν ἐμοῖσιν

οἴκαδ ΄ ἐλεύσεσθαι · ἡ δ ΄ ἔξοχα λυγρὰ ἰδυῖα

οἷ τε κατ ΄ αἶσχος ἔχευε καὶ ἐσσομένῃσιν ὀπίσσω

θηλυτέρῃσι γυναιξί, καὶ ἣ κ ΄ εὐεργὸς ἔῃσιν.

 

 

vocabulaire dans l'ordre du texte :

421 οκτρς,α,ον : pitoyable

ὄψ, ὀπός (ἡ) : la voix

δολό-μητις, ιος : fourbe, ΰ l'esprit rusé

μφί+Δ : près de , aux côtés de

αὐτάρ : et, d'autre part, alors

ποτί = πρός

ἀείρω = αἴρω (ἀρῶ, ἦρα, ἦρκα) : lever, soulever

φάσγανον, ου (τό) : le glaive

κυν-ῶπις,ιδος : d'une impudence de chienne

425 νοσφίζομαι : je m'ιloigne de, je me retire à l'écart

τλάω, τλήσω, ἔτλην, τέτληκα : oser, supporter

καθ-*αιρέω : fermer (les yeux d'un mort)

συν-ερείδω ( f είσω) : attacher, lier (la bouche d'un mort)

στόμα,ατος (τό) : la bouche

ς : tellement

αἰνός,ή,όν : terrible

κύντερος,α,ον : plus "chien", plus méchant

οἷον δή : par exemple

μήδομαι (f μήσομαι) : mιditer, machiner +acc

ἀεικής,ής, ές : inconvenant, ιtrange

430 κουρίδιος,α,ον : lιgitime

τεύχω : provoquer, faire, produire

φόνος,ου (ὁ) : le meurtre, le carnage; le cadavre

πόσις,ιος (ὁ) : l'ιpoux

ἤ τοι : et pourtant

ἀσπάσιος,α,ον : joyeux, bien accueilli

ἰδέ = καί

οἴκαδε : ΰ la maison (mouvt)

ἔξοχα : supιrieurement, très

λυγρός,ά,όν : triste, mιchant, lâche, pervers

ἰδυῖα,ας = εἰδυῖα,ας : participe fιminin de οἶδα

αἶσχος,ους (τό) : la laideur, la honte

κατα-χέω ( aor epq κατέχευα) : verser, rιpandre sur + D

θηλύτερος,α,ον = θηλύς,εῖα,ύ : fιminin, tendre, délicat

οἷ τε ... καὶ… καὶ ἣ = v 433-434 : sur elle-même…et … même sur celle qui…

εὐ-εργς,ς,όν :: aux bonnes œuvres, vertueu

ἔῃσιν = ᾖ 3ème pers sg subj de εἰμι

vocabulaire à apprendre, classé par ordre de fréquence :

fréquence 1 :

εἰδυῖα,ας : participe fιminin de οἶδα

ἤ τοι : et pourtant

φόνος,ου (ὁ) : le meurtre, le carnage; le cadavre

fréquence 2 :

αἴρω (ἀρῶ, ἦρα, ἦρκα) : lever, soulever

πόσις,ιος (ὁ) : l'ιpoux

στόμα,ατος (τό) : la bouche

fréquence 3 :

τλάω, τλήσω, ἔτλην, τέτληκα : oser, supporter

fréquence 4 :

φάσγανον, ου (τό) : le glaive

καθ-*αιρέω : fermer (les yeux d'un mort)

οἴκαδε : ΰ la maison (mouvt)