Les dieux, quels modèles!

Prométhée sur le Caucase 16-17

 

 

Ἀλλὰ κακοῦργοι τινες, φῄς, ἐν αὐτοῖς καὶ μοιχεύουσι καὶ πολεμοῦσι καὶ ἀδελφὰς γαμοῦσι καὶ πατράσιν ἐπιβουλεύουσι. Παρ ΄ ἡμῖν γὰρ οὐχὶ πολλὴ τούτων ἀφθονία; καὶ οὐ δήπου διὰ τοῦτο αἰτιάσαιτ ΄ ἄν τις τὸν Οὐρανὸν καὶ τὴν Γῆν, ὅτι ἡμᾶς συνεστήσαντο. Ἔτι καὶ τοῦτο ἴσως φαίης ἄν, ὅτι ἀνάγκη πολλὰ ἡμᾶς ἔχειν πράγματα ἐπιμελουμένους αὐτῶν· οὐκοῦν διά γε τοῦτο καὶ ὁ νομεὺς ἀχθέσθω ἐπὶ τῷ ἔχειν τὴν ἀγέλην, διότι ἀναγκαῖον αὐτῷ ἐπιμελεῖσθαι αὐτῆς. Καίτοι τό γε ἐργῶδες τοῦτο καὶ ἡδύ · ὅλως καὶ ἡ φροντὶς οὐκ ἀτερπὴς ἐχουσά τινα διατριβήν. Ἢ τί γὰρ ἂν ἐπράττομεν οὐκ ἔχοντες ὧν προνοοῦμεν τούτων ; ἠργοῦμεν ἂν καὶ τὸ νέκταρ ἐπίνομεν καὶ τῆς ἀμβροσίας ἐνεφορούμεθα οὐδὲν ποιοῦντες. Ὃ δὲ μάλιστά με πνίγει τοῦτ ΄ ἐστίν, ὅτι μεμφόμενοι τὴν ἀνθρωποποιίαν καὶ μάλιστά γε τὰς γυναῖκας ὅμως ἐρᾶτε αὐτῶν καὶ οὐ διαλείπετε κατιόντες, ἄρτι μὲν ταῦροι, ἄρτι δὲ σάτυροι καὶ κύκνοι γενόμενοι, καὶ θεοὺς ἐξ αὐτῶν ποιεῖσθαι ἀξιοῦτε.

 

Vocabulaire dans l'ordre du texte :

μοιχεύω : commettre un adultθre

πολεμέω,ῶ : faire la guerre

ἀδελφή,ῆς (ἡ) : la sœur

γαμέω,ῶ : se marier

ἐπι-βουλεύω (+D) : comploter contre

ἡμεῖς : nous

ἀ-φθονία,ας (ἡ) : l’abondance

δήπου : sans doute

αἰτιάομαι,ῶμαι : accuser

ὅτι : parce que

συν-ίστημι : fonder, crιer

πράματα ἔχειν : avoir le souci de (+part)

ἐπι-μελέομαι,οῦμαι (+G): s’occuper de

νομεύς,έως (ὁ) : le berger

ἄχθομαι : κtre accablé de

ἀγέλη,ης (ἡ) : le troupeau

καίτοι : pourtant

ἐργώδης,ης,ες : laborieux, difficile

ἡδύς,εῖα,ύ : agrιable

ὅλως : en gιnéral

φροντίς,ιδος (ἡ) : le souci

ἀ-τερπής,ής,ές : sans charme

διατριβή, ῆς (ἡ) : l’occupation

προ-νοέω = ἐπι-μελέομαι,οῦμαι

ἀργέω,ῶ : κtre inactif

νέκταρ,αρος (τό) : le nectar

πίνω : boire

ἀμβροσία,ας (ἡ) : l’ambroisie

ἐμ-φορέομαι,οῦμαι (+G): se gorger de , s'empiffrer de

πνίγω : ιtouffer, suffoquer

μέμφομαι : blβmer

μάλιστα : le plus

ὅμως : cependant

ἐράω,ῶ (+G),: κtre épris de aimer

δια-λείπω : passer son temps ΰ

κάτ-ειμι : descendre

ἄρτι μέν ... ἄρτι δέ ... : tantτt… tantτt …

σάτυρος,ου (ὁ) : le satyre

κύκνος,ου (ὁ) : le cygne

ἀξιόω,ῶ : trouver bon que (+inf)

 

Vocabulaire par ordre de fréquence :

Fréquence 1

ἀξιόω,ῶ : trouver bon que (+inf)

δήπου : sans doute

ἡμεῖς : nous

καίτοι : pourtant

μάλιστα : le plus

ὅμως : cependant

ὅτι : parce que

πολεμέω,ῶ : faire la guerre

πράματα ἔχειν : avoir le souci de (+part)

 

Fréquence 2 :

ἀδελφή,ῆς (ἡ) : la sœur

αἰτιάομαι,ῶμαι : accuser

γαμέω,ῶ : se marier

ἐπι-βουλεύω (+D) : comploter contre

ἐπι-μελέομαι,οῦμαι (+G): s’occuper de

ἡδύς,εῖα,ύ : agrιable

ὅλως : en gιnéral

συν-ίστημι : fonder, crιer

 

Fréquence 3 :

ἐράω,ῶ (+G),: κtre épris de aimer

μέμφομαι : blβmer

πίνω : boire

 

Fréquence 4 :

ἄρτι μέν ... ἄρτι δέ ... : tantτt… tantτt …

ἄχθομαι : κtre accablé de

διατριβή, ῆς (ἡ) : l’occupation

 

ne pas apprendre :

ἀγέλη,ης (ἡ) : le troupeau

ἀμβροσία,ας (ἡ) : l’ambroisie

ἀργέω,ῶ : κtre inactif

ἀ-τερπής,ής,ές : sans charme

ἀ-φθονία,ας (ἡ) : l’abondance

δια-λείπω : passer son temps ΰ

ἐμ-φορέομαι,οῦμαι : se gorger de (+G)

ἐργώδης,ης,ες : laborieux, difficile

κάτ-ειμι : descendre

κύκνος,ου (ὁ) : le cygne

μοιχεύω : commettre un adultθre

νέκταρ,αρος (τό) : le nectar

νομεύς,έως (ὁ) : le berger

πνίγω : ιtouffer, suffoquer

προ-νοέω = ἐπι-μελέομαι,οῦμαι

σάτυρος,ου (ὁ) : le satyre

φροντίς,ιδος (ἡ) : le souci