Contre Eratosthène 08 12

 

Διαλαβόντες δὲ τὰς οἰκίας ἐβάδιζον · καὶ ἐμὲ μὲν ξένους ἑστιῶντα κατέλαβον, οὓς ἐξελάσαντες Πείσωνί με παραδιδόασιν · οἱ δὲ ἄλλοι εἰς τὸ ἐργαστήριον ἐλθόντες τὰ ἀνδράποδα ἀπεγράφοντο. Ἐγὼ δὲ Πείσωνα μὲν ἠρώτων εἰ βούλοιτό με σῶσαι χρήματα λαβών· ὁ δ΄ ἔφασκεν , εἰ πολλὰ εἴη . Εἶπον οὖν ὅτι τάλαντον ἀργυρίου ἕτοιμος εἴην δοῦναι · ὁ δ ΄ ὡμολόγησε ταῦτα ποιήσειν. Ἠπιστάμην μὲν οὖν ὅτι οὔτε θεοὺς οὔτ ΄ ἀνθρώπους νομίζει, ὅμως δ ΄ ἐκ τῶν παρόντων ἐδόκει μοι ἀναγκαιότατον εἶναι πίστιν παρ ΄ αὐτοῦ λαβεῖν. Ἐπειδὴ δὲ ὤμωσεν, ἐξώλειαν ἑαυτῷ καὶ τοῖς παισὶν ἀπαρώμενος, λαβὼν τὸ τάλαντόν με σώσειν, εἰσελθὼν εἰς τὸ δωμάτιον τὴν κιβωτὸν ἀνοίγνυμι · Πείσων δ ΄ αἰσθόμενος εἰσέρχεται, καὶ ἰδὼν τὰ ἐνόντα καλεῖ τῶν ὑπηρετῶν δύο, καὶ τὰ ἐν τῇ κιβωτῷ λαβεῖν ἐκέλευσεν. Ἐπε δὲ οὐχ ὅσον ὡμολόγησα εἶχεν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἀλλὰ τρία τάλαντα ἀργυρίου καὶ τετρακοσίους κυζικηνοὺς καὶ ἑκατὸν δαρεικοὺς καὶ φιάλας ἀργυρᾶς τέτταρας , ἐδεόμην αὐτοῦ ἐφόδιά μοι δοῦναι, ὁ δ ΄ ἀγαπήσειν με ἔφασκεν, εἰ τὸ σῶμα σώσω.

Fréquence 1

ργριον , ου (τό) : l'argent, la monnaie

ἔν-ειμι : être à l'intérieur

ἐπεί : quand, parce que, car

*ἐπσταμαι : savoir

*καλω,ῶ : appeler

κελεω : inviter à, ordonner

οἰκα,ας (ἡ) : la maison

πάρ-ειμι : être présent

*σῴζω : sauver, préserver

σῶμα,ατος (τό) : le corps (méton. La vie)

τλαντον, ου (ὁ) : le talent (unité monétaire = 6000 drachmes)

Fréquence 2

γαπάω,ῶ : chérir, se contenter de (+ datif)

*αἰσθάνομαι : sentir, se rendre compte de

ἀναγκαῖος,α,ον : nécessaire, forcé

ἀπο-γρφομαι : dresser la liste de (+ acc.)

ἐρωτάω,ῶ : demander

ἕτοιμος, η, ον : prêt à

κατα-*λαμβνω : s'emparer de, arrêter; rencontrer, trouver; comprendre

*ὄμνυμι : jurer, prêter serment

πστις, εως (ἡ) : confiance, engagement

τρεῖς, τρία : trois

Fréquence 3

νδράποδον, ου (τό) : l'esclave

ἀν-οίγνυμι : ouvrir

βαδίζω : marcher, avancer, aller, entrer

ξ-*ελαύνω : chasser, pousser hors de

Fréquence 4

φιάλη, ης (ἡ) : la coupe

 

Ne pas apprendre

ργύρ(εος)ος, ᾶ, οῦν : d'argent, en argent

δαρεικς, οῦ : la darique (unité monétaire = 26 drachmes)

δια-λαμβάνω : partager, répartir

δωμτιον, ου (τό) : la chambre, le cabinet, le "bureau"

ργαστήριον,ου (τό) : l'atelier

ξ-ώλεια,ας (ἡ) : la destruction, l'anéantissement

ἐπ-αράομαι, ῶμαι : proférer, invoquer sous forme d'imprécation

στιάω,ῶ : recevoir à table

φ-οδιον, ου (τό) : provisions de route

κιβωτός, οῦ (ἡ) : le coffre, la cassette

κυζικηνός, οῦ : le statère de Cyzique (unité monétaire = 28 drachmes)

τετρα-κσιοι,αι,α : 400

πηρέτης, ου (ὁ) : le serviteur, l'adjoint, l'acolyte

 

 

1 καλέω, καλῶ, ἐκλεσα, κέκληκα

1 ἐπίσταμαι, ἐπιστσομαι, ἠπιστθην, -

1 σῴζω, σσω, ἔσωσα, σέσωκα

2 αἰσθάνομαι, ασθσομαι, ᾐσθμην, ᾔσθημαι

2 ὄμνυμι, ὀμοῦμαι, ὤμοσα, ὀμώμοκα

 

grammaire : révision de δδωμι; les nombres.