Contre Eratosthène 13 17

Parcours 2 : la narration des faits

 

Ἐν τοιούτῳ δ ΄ ὄντι μοι κινδυνεύειν ἐδόκει, ὡς τοῦ γε ἀποθανεῖν ὑπάρχοντος ἤδη.

Καλέσας δὲ Δάμνιππον λέγω πρὸς αὐτὸν τάδε ·

- ἐπιτήδειος μέν μοι τυγχάνεις ὤν, ἥκω δ ΄ εἰς τὴν σὴν οἰκίαν, ἀδικῶ δ ΄ οὐδέν, χρημάτων δ ΄ ἕνεκα ἀπόλλυμαι. Σὺ οὖν ταῦτα πάσχοντί μοι πρόθυμον παράσχου τὴν σεαυτοῦ δύναμιν εἰς τὴν ἐμὴν σωτηρίαν.

Ὁ δ ΄ ὑπέσχετο ταῦτα ποιήσειν. Ἐδόκει δ ΄ αὐτῷ βέλτιον εἶναι πρὸς Θέογνιν μνησθῆναι · ἡγεῖτο γὰρ ἅπαν ποιήσειν αὐτόν, εἴ τις ἀργύριον διδοίη.

Ἐκείνου δὲ διαλεγομένου Θεόγνιδι ( ἔμπειρος γὰρ ὢν ἐτύγχανον τῆς οἰκίας, καὶ ᾔδη ὅτι ἀμφίθυρος εἴη ) ἐδόκει μοι ταύτῃ πειρᾶσθαι σωθῆναι, ἐνθυμουμένῳ ὅτι, ἐὰν μὲν λάθω, σωθήσομαι, ἐὰν δὲ ληφθῶ, ἡγούμην μέν, εἰ Θέογνις εἴη πεπεισμένος ὑπὸ τοῦ Δαμνίππου χρήματα λαβεῖν, οὐδὲν ἧττον ἀφεθήσεσθαι, εἰ δὲ μή, ὁμοίως ἀποθανεῖσθαι. Ταῦτα διανοηθεὶς ἔφευγον, ἐκείνων ἐπὶ τῇ αὐλείῳ θύρᾳ τὴν φυλακὴν ποιουμένων · τριῶν δὲ θυρῶν οὐσῶν, ἃς ἔδει με διελθεῖν, ἅπασαι ἀνεῳγμέναι ἔτυχον. Ἀφικόμενος δὲ εἰς Ἀρχένεω τοῦ ναυκλήρου, ἐκεῖνον πέμπω εἰς ἄστυ, πευσόμενον περὶ τοῦ ἀδελφοῦ· ἥκων δὲ ἔλεγεν ὅτι Ἐρατοσθένης αὐτὸν ἐν τῇ ὁδῷ λαβῶν εἰς τὸ δεσμωτήριον ἀπαγάγοι. Καὶ ἐγὼ τοιαῦτα πεπυσμένος τῆς ἐπιούσης νυκτὸς διέπλευσα Μέγαράδε.

Fréquence 1

ἀγαθς, βελτων, βέλτιστος : bon, meilleur, le meilleur

*ἀπόλλυμαι : être perdu, périr

δια-λέγομαι : s'entretenir avec, discuter

δύναμις, εως (ἡ) : puissance, pouvoir, influence

ἔπιων, ίουσα,ιον : qui suit, suivant

ττον : moins

*λανθνω : échapper à la connaissance de (d'où : à l'insu de, ou sans s'en apercevoir)

*μιμνσκομαι : songer à, mentionner, parler de

οἶδα : savoir

μοως : de la même manière

παρ-*έχω : fournir (avec réfléchi : se présenter comme…)

μπω : envoyer

*πυνθάνομαι : s'informer, apprendre

σός, σή, σν : son

σωτηρία, ας (ἡ) : le salut, la préservation

Fréquence 2

δι-έρχομαι : parcourir, raconter

ἐπιτήδειος,α,ον : convenable, favorable

ὁδς, οῦ (ἡ) : la route

σεαυτοῦ, ῆς : de toi-même (pronom réfléchi)

Fréquence 3

δια-νοέομαι,οῦμαι : penser, méditer, réfléchir

πρόθυμος,ος, ον : empressé, plein d'ardeur

ὑπ-έχω : tendre, soumettre, subir, encourir

φυλακή, ῆς (ἡ) : garde, défense, surveillance

Fréquence 4

δεσμωτήριον, ου (τό) : la prison

ναυκλήρος,ου (ὁ) l'armateur, le capitaine de navire

Ne pas apprendre

ἀμφί-θυρος,ος,ον : qui a deux portes

αλείος,α,ον : de la cour, sur la cour

δια-πλέω : faire une traversée

ἔμπειρος, ος, ον : expérimenté, qui a la pratique de, accoutumé à

 

1 ἀπόλλυμαι, ἀπολοῦμαι, ἀπωλόμην, ἀπόλωλα

1 ἔχω, ἕξω (σχήσω), ἔσχον, ἔσχηκα

1 λανθάνω, λήσω, ἔλαθον, λέληθα

1 μιμνῄσκομαι, μνησθήσομαι, ἐμνήσθην, μέμνημαι

1 πέμπω, πμψω, ἔπεμψα, πέπομφα

1 πυνθνομαι, μεσομαι, ἐπυθόμην, πέπυσμαι

 

Grammaire et vocabulaire : le verbe ἔχω et ses composés

Conjugaison de οδα

L'éventuel (ἐάν + subjonctif)